Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Ένας άγγελος.


Αυτή την εικόνα την είχα κάνει το 2005. Σήμερα τελείωσα τον προφήτη Ηλία και θα την ανεβάσω τις επόμενες ημέρες. Εχω ξεκινήσει τον Αγιο Νικόλαο. Αχτιδούλα το παλεύω.

Γεύση απο ένα παραμύθι.


Το νερό γύρω του ήταν πολύ παγωμένο, ασυνήθιστα για αυτή την εποχή. Καθώς κολυμπούσε, κοιτούσε γύρω του, ψάχνοντας να βρει κάτι γνώριμο, που θα του θύμιζε ίσως που ακριβώς βρίσκεται. Μετά από δύο ώρες κολύμπι, ήταν σίγουρος πια ότι είχε χαθεί. Καθώς έστριβε πίσω από έναν πορτοκαλί βράχο με πράσινες αποχρώσεις, αναρωτήθηκε πόσο μακριά να ήταν τώρα από την υπόλοιπη παρέα του. Θα τους ξανάβρισκε άραγε ποτέ; Σταμάτησε λίγο να κολυμπάει και στάθηκε ακίνητος. Είχε αρχίσει να διψάει και να κουράζεται πολύ. Άφησε το νερό να τον παρασύρει, χωρίς να νοιάζεται άλλο πού θα πάει. Δεν είχε και τόσο μεγάλη σημασία, αφού δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω. Καθώς τον παρέσερνε το ρεύμα, σκεφτόταν αυτά που είχαν συμβεί την τελευταία μέρα, πριν χαθεί μέσα στο νερό.

Η μεγαλύτερη αδελφή του, έδειχνε πολύ θυμωμένη όταν τον βρήκε να τρώει κρυφά από τους υπόλοιπους. Ο νόμος στη λίμνη, αν ήθελαν να ζήσουν πολλά χρόνια, έλεγε ότι θα τρώνε σκουληκάκια και πλαγκτόν, μόνο το πρωί την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος και το απόγευμα πριν τη δύση του. Όμως εκείνος πεινούσε πολύ. Είχε φάει το πρωί, ήταν σχεδόν μεσημέρι και πεινούσε πάλι. Τώρα τελευταία το φαγητό λιγόστευε συνεχώς και τα παράξενα αντικείμενα στο βυθό, γινόντουσαν όλο και πιο πολλά. Διάφορα πράγματα, που η γριά πέστροφα που ήταν σοφή και ήξερε πολλά, τους είπε ότι τα πετούν στη λίμνη οι άνθρωποι. Σκουπίδια αν θυμόταν καλά τους είπε πως τα λένε. Όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα όμως, έκαναν το νερό βρώμικο και το φαγητό να λιγοστεύει. Αποφάσισε λοιπόν κι αυτός να φάει κρυφά. 
Κρύφτηκε πίσω από τον μεγάλο κόκκινο βράχο και κάποια στιγμή που όλοι οι υπόλοιποι άκουγαν την ιστορία που έλεγε η μεγάλη πέστροφα, άνοιξε το στόμα του και έκανε μια μεγάλη βουτιά προς την άμμο. Κατάπιε γρήγορα, χορταίνοντας για λίγο και όταν σηκώθηκε προς τα πάνω χαρούμενος, βρέθηκε μπροστά στο θυμωμένο πρόσωπο της μεγάλης του αδελφής. Τα μάτια της είχαν κοκκινίσει τόσο πολύ, που ο μικρός χρυσαφένιος για μια στιγμή πίστεψε ότι θα εκραγεί το κεφάλι της.
"Τι ακριβώς νομίζεις ότι κάνεις"; τον ρώτησε γεμάτη θυμό. "Χμ!!!.....ξέρεις!....πεινούσα...!" 
"Και λοιπόν; Όλοι πεινάμε ξέρεις, αλλά κάνουμε υπομονή. Δεν καταλαβαίνεις ότι αν τρώμε ότι ώρα θέλουμε, θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεθάνουμε όλοι από την πείνα;"


Συνέχεια τις επόμενες ημέρες........